Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

...με την θάλασσα...

Ήταν τόσο όμορφα στη θάλασσα.
Κουνιόταν συνεχώς, χωρίς να σταμάτη.
Είχα σιχαθεί να μένω στάσιμος.
Ποσο όμορφη η θάλασσα...
Σταμάτησε και τη φωτιά που είχα βάλει στην πόλη μου,
γιατί ήθελα να φύγω από αυτό που δεν mάρεσε.
"Συνεχεια να τρέχεις..." μου είχε πει μια τσιγγάνα.
"...συνεχεια να τρέχεις, γιατί είναι γραμμένο".
Όμως η "πόλη" μου δεν mάφηνε να φύγω.
Για αυτό τους έκαψα.
Έτσι μάζεψα όλα τα μπουκάλια που είχα πιει τόσο καιρό για να μη τους σκέφτομαι
και τα γιόμισα βενζίνη.
Ποσο ήθελα να φύγω...!
Και η φωτιά ήταν ο μονος τρόπος.
Aφησα μηνύματα στους συμπολίτες μου.
Μέσα βαθιά, δεν ήθελα να τους κάψω, με ή χωρίς επιλογή τους.
Θέλησαν...
Το θέλησαν!
Τους άφηνα επί μια βδομάδα μηνύματα.
Βγήκα με το αυτοκίνητο της μητέρας και μια ντουντούκα.
Τους έλεγα να φύγουνε.
Τους έλεγα πως θα τους κάψω.
Όμως κανεις δεν με πίστευε.
Έλεγαν πως δεν θα το κάνω.
Και φώναζα πιο δυνατά "να φύγετε, θα σας κάψω!"
προς το τέλος ούρλιαζα σχεδόν.
Ήταν επιλογή τους και όπως έλεγα τους έκαψα όλους κι ας μη με πίστευαν.
Σεπτέμβριος του 2007,
η ώρα 23:30
η νύχτα έγινε μέρα καθώς πέταγα σε όλη τη πόλη τα μπουκάλια.
Να πεθάνουν αφού το διάλεξαν
γιατί όσο εκείνοι δεν ενδιαφερόντουσαν
εγώ έφτιαχνα μια σχέδια.
Ο,τι αγαπούσα το έδεσσα σε αυτή.
Ένα μπαλάκι για να μου θυμίζει να μη σταματάω.
Ένα αρκουδάκι, δώρο του πατέρα.
Ένα λουλούδι, από τον κήπο της μητέρας.

Τους έκαψα όλους.
Και τώρα ταξιδεύω για πάντα, χωρίς στεριά να αντικρίζω.
Δεν είναι οι τύψεις
είναι η ελευθερια που μου στέρησαν τόσα χρονια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: