Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Δευτερα

Σε μια γλώσσα παράξενη μίλαγες
για δράκους και για στοιχεια,
ζωγράφιζες στους τοίχους παράθυρα
τα άνοιγες να μπαίνει δροσιά.
Φοβόμουνα μα σε έτρεφα
μέσα μου να μη φύγεις ποτε
και όταν ξανά χανόσουνα
έγγλυφα μονο πληγές.
Τσιγάρο άναβες, κάπνιζες
πενθούσες τις Κυριακές
μικρός ήσουνα, τις σιχαινόσουνα
δεν μίλαγες ποτε για το χτες.
Σε μια κόλα τρυφερά με τύλιξες
νόμιζες πως θα χαθώ
μα μέσα σου πάντα γύριζα
τις νύχτες για να κοιμηθώ.

Sαγαπούσα πολύ μα δεν μίλαγα
το δέντρο έπεφτε μπροστά
τα κλαδιά του με βία με φίμωναν
κι αν το πότιζα από παιδί.
Σε γύρευα, σε αναζήτησα
σε σκουπίδια και σε μηχανές
σε βρήκα σε βάλτο βάθη σε καθάρισα
σου έξυσα όλες τις πληγές.

Ποτε στα χερια δεν mαγκάλιασες
φοβόσουνα το κακό
εκείνο που από παιδί σερνότανε
σήμα μου τις Κυριακές.
Νόμιζες για σένα πως το έτρεφα
να στο χαρίσω ένα πρωί
το κοίταγες με τρόμο
τα αγκάθια σου έμπηγες συνεχεια και πιο βαθιά.

Μια νύχτα μονο έμεινε
για λίγο πριν ξαναχαθείς.

Θα τραγουδάω στα σκοτεινά
μέχρι να ξαναφανείς.

Το δέντρο ερημώνει
μου λες να μην πάω μακριά
πως πάντα εδώ θα στέκεσαι
κοντά μου, σήμα στην φωτιά.
Μα το κακό συνεχίζει να σέρνεται
σε θέλει δικό του για πάντα
το μεγάλωσα, το ανέθρεψα
σε λίγο τα δόντια του θα δείξει.

Φοβάσαι ακόμα
μου τα λες και κλαις
μα ποτε δεν πρόσεξες
ποσο μοιάζετε με το Κακό, από χθες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: